Απίστευτα και όμως αληθινά, απο τον Σύλλογο Βλάχων Ν.Σερρών

Παλιά το πάντρεμα των παιδιών ήταν αποκλειστική φροντίδα των γονιών. Αυτοί είχαν τον πρώτο και τον τελευταίο λόγο. Από πολύ νωρίς, όταν τα παιδιά τους βρίσκονταν ακόμη στην τρυφερή ηλικία των 10 – 12 ετών, αυτοί φρόντιζαν για το πάντρεμα (αντριτζιάρι στα βλάχικα). Έδιναν το λόγο (σμπόρου στα βλάχικα) και ο λόγος αυτός αποτελούσε συμβόλαιο, που τηρούνταν με θρησκευτική ευλάβεια. Αποτελούσε μεγάλη προσβολή να αθετήσει κανείς το λόγο που είχε δώσει.

f144

 Η πρωτοβουλία ανήκε πάντα στους γονείς που είχαν αγόρια. Αυτοί αρχικά με μισόλογα, με υπονοούμενα, βολιδοσκοπούσαν τους γονείς του κοριτσιού και ανέμεναν τη δική τους απάντηση. Τα σπίτια που είχαν κορίτσια, συχνά δέχονταν τότε προξενητάδες που έστελνε ο πατέρας του αγοριού. Πολλές φορές ο υποψήφιος γαμπρός ήταν τελείως άγνωστος στους γονείς του κοριτσιού, ιδιαίτερα όταν προέρχονταν από άλλη περιοχή. Αυτό δεν αποτελούσε σοβαρό πρόβλημα. Εκείνο που κυρίως τους ενδιέφερε και βάρυνε στη λήψη απόφασης ήταν να πληροφορηθούν από πού κρατάει η «σκούφια» του αγοριού. Από ποια δηλαδή οικογένεια προέρχεται. Έτσι όταν μάθαιναν ότι ο υποψήφιος γαμπρός ανήκει σε κάποια ονομαστή και ευκατάστατη οικογένεια, εύκολα πείθονταν και δέχονταν την πρόταση δίχως πολλές αντιρρήσεις. Η διασφάλιση των στοιχειωδών βιοτικών αναγκών του κοριτσιού στο νέο σπιτικό, ιδιαίτερα όταν αυτό ήταν ορφανό ή προέρχονταν από φτωχή οικογένεια, αποτελούσε κύριο μέλημα. «Βα σάτουρα ντι πάνι» (θα χορτάσει ψωμί) έλεγαν για το κορίτσι. Εύκολα επίσης γίνονταν δεκτές προτάσεις γάμου, όταν η υποψήφια νύφη ξεπερνούσε κάποιο ανώτατο όριο ηλικίας (π.χ. άνω των είκοσι ετών), ή προέρχονταν από προηγούμενο αποτυχημένο αρραβώνα, ή είχε κατα το παρελθόν κλεφτεί και γενικά αν είχε παραβεί κάποιους άγραφους ισχύοντες ηθικούς κανόνες συμπεριφοράς.

Αφού η αρχική πρόταση γίνονταν δεκτή αμέσως μετά καθορίζονταν η επίσημη συνάντηση των γονιών των δύο παιδιών. Η συνάντηση συνήθως γίνονταν στην πόλη την ημέρα του παζαριού. Εκεί έδιναν το «λόγο» (ζμπόρου). Αντάλλαζαν τότε τα λεγόμενα «μικρά σημάδια» (νίκου σέμνου στα βλάχικα) που δεν ήταν άλλο από ένα κουτί λουκούμια, κάποιο δαχτυλίδι, μια μαντίλα.

Σε εκείνα τα χρόνια οι μόνοι που δεν πολυσκοτίζονταν για το πάντρεμα των παιδιών ήταν οι εύπορες οικογένειες. Οι τσελιγκάδες. Δεν είχαν άδικο ο παππούδες όταν έλεγαν «Κιχαγιάσλι σι όργκι σι σκλιόκι σι ντάτς πι μίντι φιτσιόρι πουτιά σλι αντριάγκα» που θα πει « Οι κεχαγιάδες και τα τυφλά και τα κουτσά και τα τρελά παιδιά μπορούσαν να τα παντρέψουν». Κάποιοι υπερέβαλαν και έλεγαν «Κιχαγιάσλι σι κάνιλι πουάτι σλι αντριάγα» που θα πει «οι Κεχαγιάδες και τα σκυλιά τους μπορούσαν να τα παντρέψουν»!!!

Σε ιδιαίτερες περιπτώσεις Σε εξαιρετικές περιπτώσεις, σύμφωνα με κάποιες πληροφορίες, γίνονταν γάμοι ύστερα από ομαδική συμφωνία (τράμπα), που συνάπτονταν μεταξύ περισσοτέρων οικογενειών. Οι συμφωνία αυτή βασίζονταν στην αρχή που όριζε ότι «εγώ θα σου δώσω για νύφη την κόρη μου αλλά εσύ δεσμεύεσαι να βρεις νύφη για το γιο μου». Τέτοιες συμφωνίες συνέβαιναν κυρίως μεταξύ των Γραμμουστιάνων κτηνοτρόφων που ζούσαν σε μικρούς απομονωμένους και δυσπρόσιτους καλυβικούς οικισμούς στα βουνά. Οι οικισμοί αυτοί αποτελούνταν από μικρό αριθμό οικογενειών που στη πλειονότητα συνδέονταν μεταξύ τους με δεσμούς πρώτου και δευτέρου βαθμού συγγένειας. Οι οικογένειες αυτές αντιμετώπιζαν σοβαρό πρόβλημα με το πάντρεμα των παιδιών τους. Έτσι όσες είχαν μικτά παιδιά (δηλαδή αγόρια και κορίτσια) επινόησαν την μέθοδο της ομαδικής συμφωνίας, την λεγόμενη «τράμπα». Για να είναι εφαρμόσιμη η τράμπα έπρεπε να συμμετέχουν τουλάχιστον τρεις διαφορετικές οικογένειες, οι οποίες να μην έχουν συγγενική σχέση μεταξύ τους, και η κάθε μία από αυτές να έχει και αγόρι και κορίτσι για πάντρεμα. Π.χ. η οικογένεια Α΄ συμφωνούσε να δώσει το κορίτσι στην οικογένεια Β΄ με τον όρο ότι η Β΄ οικογένεια με τη σειρά της να δώσει το κορίτσι στη Γ΄, και η Γ΄ να δώσει το δικό της κορίτσι στην Α΄!!!. Έτσι και οι τρεις οικογένειες πάντρευαν και το αγόρι και το κορίτσι.

Οι συμφωνίες αυτές γίνονταν όταν τα παιδιά ήταν ακόμη μικρά, ήταν προφορικές αλλά τηρούνταν.

Η απόλυτα κυρίαρχη γνώμη και απόφαση των γονιών στον αρραβώνα των παιδιών συχνά ήταν αιτία να συμβούν τραγικά γεγονότα, ιδιαίτερα όταν προϋπήρχε κάποιος ερωτικός δεσμός, τον οποίο ο αρραβώνας διέκοπτε βίαια. Πολλά είναι τα παραδείγματα νέων ανθρώπων που έφθασαν σε απελπισία και έθεσαν τέρμα στη ζωή τους.

Η έλλειψη στοιχειώδους επικοινωνίας, η αδυναμία των νέων για επαφή και γνωριμία μεταξύ τους, η διαμεσολάβηση τρίτων ανθρώπων (προξενητάδων ), η αδύναμη θέση της γυναίκας, η φτώχεια, η δυστυχία και η ανάγκη αποκατάστασης, ήταν αιτία σε πολλούς γάμους να σημειωθούν τραγελαφικές καταστάσεις.

Άκουσα από παππούδες, δίχως και ίδιοι να γνωρίζουν πού και πότε, να λένε «αλτα μβιάστα ασπούσιρα καντα ντιάντιρα ζμπόρλου σι άλτα αντούσιρα λα ακρουνάρι» που θα πει «άλλη νύφη δείξανε όταν δώσανε το λόγο και άλλη φέρανε στην στέψη»!!

Η παρακάνω περιγραφή αναφέρεται σε γάμο που τελέστηκε στα μέσα της δεκαετίας του 1920 στο χωριό Άνω Χριστός. Πέρα από την όποια υπερβολή, η περιγραφή αποτελεί μια ακόμη επιβεβαίωση του αυστηρά πατριαρχικού τρόπου οργάνωσης και λειτουργίας της βλάχικης κοινωνίας την εποχή εκείνη. Βέβαια ούτε λόγος για τα ατομικά δικαιωμάτων των παιδιών (αγόρια, κορίτσια) της οικογένειας.

«Ντύθηκα νύφη στα Άνω Πορόϊα Σερρών. Την διαδρομή Άνω Πορόϊα – Άνω Χριστός την έκανα πάνω σε στολισμένο άλογο. Με συνόδευαν συγγενείς, δικοί μου και του άντρα μου, όλοι πάνω σε άλογα. Η στέψη , όπως συνηθίζονταν παλιά, έγινε μέσα στο σπίτι του άντρα μου στο Άνω Χριστός. Τον γαμπρό-άντρα μου δεν τον γνώριζα δεν τον είχα δει ποτέ πριν. Πρώτη φορά τον έβλεπα την ημέρα εκείνη. Σαν νύφη που ήμουνα μου είχαν τοποθετήσει στο κεφάλι και στο πρόσωπο το νυφιάτικο πέπλο (σβόνλου στα βλάχικα) και έτσι δεν μπορούσα να περιεργαστώ καλά τα χαρακτηριστικά του άντρα που σε λίγο θα παντρευόμουνα. Τότε το έθιμο επέβαλε αυστηρά οι νύφες να έχουν συνέχεια σκυμμένο το κεφάλι και να μη κοιτάζουν δεξιά και αριστερά, ούτε να χαμογελάνε όπως κάνουν σήμερα. Ο γαμπρός και τα «μπρατίμια» που τον συνόδευαν φορούσαν όλοι φουστανέλλες, (καντούσια στα βλάχικα) και μου φαινόταν όμοιοι μεταξύ τους, Είναι απίστευτο να το λέω, όμως αληθινά δεν το κρύβω, τελικά βεβαιώθηκα ποιος είναι ο άντρας που στεφανώθηκα μόνο την Δευτέρα το πρωί όταν έφυγαν όλοι οι καλεσμένοι και μείναμε μόνοι !!!.

Για τον ίδιο παραπάνω γάμο μια άλλη περιγραφή αναφέρει:

«Ήμουν τότε στο Άνω Χριστός ελεύθερη κοπελίτσα. Άκουσα ότι θα έρθει στο χωριό μας μια νύφη από τα μακρινά για μας την εποχή εκείνη Άνω Πορόϊα. Την ημέρα του γάμου βγήκα μαζί με άλλες κοπέλες έξω από το χωριό για να δούμε την νύφη που έρχεται. Από μακριά εκεί στα όρια Χριστός-Μελενικίτσι , στον παλιό χωμάτινο δρόμο που συνέδεε τότε τις Σέρρες με το Σιδηρόκαστρο, διέκρινα το σύννεφο σκόνης που σήκωνε η πομπή των αλόγων που συνόδευε τη νύφη. Δεν μπορούσα να διακρίνω καλά το άλογο που μετέφερε τη νύφη. Όμως θυμάμαι σαν να είναι τώρα, πόσο με είχε εντυπωσιάστηκα το γεγονός ότι παρά την τόσο μεγάλη απόσταση που μας χώριζε, άστραφταν στο λαμπερό ήλιο οι χρυσές λύρες στο στήθος της νύφης.

Χαρακτηριστική είναι η παρακάτω περιγραφή γάμου βλάχας στο δεύτερο μισό του 1800 στο χωριό Καπνόφυτο (Τσιρβίστι) Σερρών.

«Κάποτε στο χωριό Καπνόφυτο των Σερρών, η γιαγιά μου, κοπέλα τότε, καθόταν στην αυλή του σπιτιού και έπλεκε τις κάλτσες για το γάμο της. Βλέπει ξαφνικά μια μεγάλη παρέα ανθρώπων πάνω σε άλογα να μπαίνει στο χωριό. Πρίν καλά-καλά καταλάβει ποιοί ήταν αυτοί που έρχονται, η γιαγιά της την τραβάει απο το χέρι και την διατάζει να μπεί γρήγορα μέσα στο σπίτι. Εκεί εμβρόντητη την ακούει να της λέει «ετοιμάσου, ήρθαν οι συμπέθεροι να σε πάρουν νύφη!!!». Αυτή γελώντας της απάντησε «Το ξέχασες γιαγιά ότι ο γάμος μου είναι προγραμματισμένος για την άλλη εβδομάδα;». Είχε δίκαιο, οι συμπέθεροι έκαναν λάθος και ήρθαν στο Καπνόφυτο να πάρουν τη νύφη μια εβδομάδα ενωρίτερα!!! Είχαν έρθη και απο πολύ μακριά. Ήρθαν από το βλάχικο χωριό Παπά-Τσιαϊρ της σημερινή νότιας Βουλγαρίας. Το έθιμο τότε έλεγε ότι δεν βγαίνει απο το σπίτι η νύφη αν πρώτα δεν είναι έτοιμες οι νυφιάτικες βελέντζες. Και οι νυφιάτικες βελέντζες της γιαγιάς μου ήταν ακόμη στη υδροτριβή (ντριστέλα). Τι να γίνει τότε. Αναγκαστικά οι συμπέθεροι φιλοξενήθηκαν στο Καπνόφυτο για μία ολόκληρη εβδομάδα ώσπου να ετοιμαστεί η προίκα. Τώρα τι μαύρες σκέψεις και τι φίδια θα έζωσαν τους συγγενείς του γαμπρού, πίσω στο Παπά Τσιαϊρ, περιμένοντας ολόκληρη εβδομάδα για να επιστρέψει η γαμήλια πομπή ένας Θεός το ξέρει.»

Οι βλάχοι των Σερρών και σήμερα ακόμη χορεύουν ένα χορό με το παρακάτω ιδιαίτερο χαρακτηριστικό. Όλοι οι χορευτές κάνουν μια κίνηση του ποδιού προς τα πίσω παρόμοια με αυτή που κάνει ο άνθρωπος όταν κουτσαίνει. Για το χορό αυτό λέγεται το εξής παράδοξο:

«Κάποτε ένας γαμπρός ήταν κουτσός. Αυτό όμως είχε κρατηθεί μυστικό και δεν το γνώριζε η οικογένεια της νύφης. Όταν πήγαν να πάρουν την νύφη όλοι οι συγγενείς του γαμπρού, αμέσως μόλις κατέβηκαν απο τα άλογα, χόρεψαν αυτό τον χορό με αυτή την χαρακτηριστική κίνηση του και έτσι δεν έγινε αντιληπτή η αναπηρία του γαμπρού !!!».

Μικρή σημασία έχει αν η παραπάνω αιτιολόγηση για τη γένεση αυτού του χορού είναι μύθος ή πραγματικότητα. Σημασία έχει ότι η αιτιολόγηση έγινε αποδεκτή από τον κόσμο γι αυτό και διατηρήθηκε ως τις μέρες μας.

Είναι γνωστό ότι τα περισσότερα βλάχικα δημοτικά τραγούδια αναφέρονται σε διάφορα ιστορικά γεγονότα που συνέβησαν σε παλαιότερες εποχές. Τα ιστορικά αυτά γεγονότα καταξιώθηκαν στη συνείδηση των ανθρώπων,ως πράξεις ιδιαίτερης ανδρείας και επομένως άξια θαυμασμού και επαίνου που βρίσκει έκφραση μέσα στο δημοτικό τραγούδι.

Δεν είναι όμως λίγα και τα τραγούδια μας που αναφέρονται στην καθημερινή ζωή των ανθρώπων της εποχής εκείνης, στα προβλήματά τους , στις χαρές και τις λύπες.

Ο γάμος, κορυφαίο γεγονός στον κύκλο της ζωής, δεν περνούσε απαρατήρητος. Πάντα προκαλούσε το ενδιαφέρον. Απόδειξη η πληθώρα των δημοτικών μας τραγουδιών. Τα τραγούδια αυτά παρέχουν σήμερα πλήθος πληροφοριών για τη ζωή, τις συνήθειες, τα ήθη και τα έθιμα της εποχής που πρωτοτραγουδήθηκαν.

H αυστηρή προσήλωση στους ηθικούς κανόνες και η πατριαρχική δομή της οικογένειας, άφηναν ελάχιστα περιθώρια αντίδρασης στους νέους. Μόνη διέξοδος και πάλι το απρόσωπο δημοτικό τραγούδι. Σε πολλά από τα τραγούδια μας κυριαρχεί το συναίσθημα των νέων και το παράπονο για τις επιλογές των γονιών τους. Άλλα πάλι τραγούδια αναφέρονται σε γάμους που δεν άντεξαν και είχαν τραγικό τέλος.

Σαφώς λιγότερες είναι οι περιπτώσεις των νέων που αγνόησαν τις επιλογές των γονιών τους και πήραν μόνοι τους την απόφαση. Ούτε οι περιπτώσεις αυτές λείπουν από το δημοτικό μας τραγούδι. Μόνο που εδώ τώρα οι ρόλοι αντιστρέφονται και ο παραπονούμενος μέσα από το τραγούδι δεν είναι πλέον το παιδί αλλά ο γονιός. Να πως μέσα από ένα βλάχικο τραγούδι του γάμου, εκφράζεται το παράπονο των γονιών για την απόφαση της κόρης να παντρευτεί δίχως τη δική τους προηγούμενη συγκατάθεση. Τραγουδιέται στο σπίτι της νύφης, λίγο πριν αναχωρήσει για το σπίτι του γαμπρού.

«…Νου νι φα αρόου κα τι μαρτάσι,

μα μι φα αρόου κα νου μι αντριμπάσι..»

που θα πει

«…Δεν με πείραξε που παντρεύτηκες ,

με πείραξε που δεν με ρώτησες…».

Σε κάποια όμως δημοτικά μας τραγούδια, ο γάμος και οι τότε συνήθειες, σχολιάζονται με σατιρική διάθεση. Δεν μοιρολογούν, δεν κλαίνε τα συμβάντα, αντίθετα τα σατιρίζουν, τα διακωμοδούν. Σατιρίζουν την ματαιοδοξία των γονιών να παντρέψουν τα παιδιά τους με αγνώστους, μόνο και μόνο επειδή η σκούφια τους κρατούσε από ονομαστό τζάκι. Ένα τέτοιο τραγούδι είναι και το παρακάτω. Κατά ορισμένες πληροφορίες αναφέρεται σε πραγματικό περιστατικό γάμου που συνέβη, άγνωστο πότε, στην περιοχή Άνω Ποροϊων Σερρών.  Μια βλάχα δόθηκε τότε νύφη σε οικογένεια βλάχων σε κάποιο χωριό της σημερινής νότιας Βουλγαρίας. Ο γαμπρός και τα μέλη της οικογένειά του ήταν άγνωστοι. Μόνο κατ, όνομα για τα πολλά πλούτη ήταν ακουστοί. Αυτό και μόνο φαίνεται ήταν αρκετό να δελεάσει την μητέρα της κοπέλας και να δώσει τη συγκατάθεσή της. Μάλιστα διαλαλούσε με καμάρι στο χωριό τον αρραβώνα της κόρης της. Να όμως πως έρχεται το δημοτικό τραγούδι και σατιρίζει την επιπόλαια απόφαση της μάνας.

Γιό μι μριάμ Τάνα αλί Ντάντι

Κα τι ντέτου λα χίιλου αλ Γκούρτζιου

Γκούρτζιου ντι σόϊ μάρι

Ντι σόϊ μάρι σντί ουτζιάκου

Ντι ουτζιάκου σντί σόϊ αβτζούτα

Ντιάντιρα σι κούσκαρλι κάπου

τούτς καλέσι σι μαυρουμάτς

Μα κα γαμπρόλου νουάρι κάν

κ ‘σιαρά κα τσιλιάχτινι ντιτ βάτρα

 

Ελεύθερη απόδοση

 

Καμάρωνα εγώ Τάνα μου

που σε πάντρεψα με τον γιό του Γκούρτζιου

που είναι από μεγάλο σόϊ

από μεγάλο σόι και από μεγάλο τζάκι

από τζάκι ξακουστό.

Ήρθαν οι συμπέθεροι να σε πάρουν

Όλοι μελαψοί και μαυρομάτηδες

μα σαν τον γαμπρό δεν είναι κανένας

Ήταν κατάμαυρος σαν το τζάκι!!!.

Απο τον Σύλλογο Βλάχων Ν.Σερρών «Γεωργάκης Ολύμπιος»

(Του Μιχάλη Μήσιου)

Μοίρασε το νέο μαςShare on Facebook0Tweet about this on Twitter0Share on Google+0Pin on Pinterest0Share on LinkedIn0Share on TumblrEmail this to someone